Όταν η Ειρήνη Σιωπά

2026-03-09
Ο κόσμος βηματίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί.

Οι ήπειροι τρίζουν σαν παλιά ξύλινα πατώματα,
και οι άνθρωποι κοιμούνται με το φως ανοιχτό,
όχι για να δουν αλλά για να μη θυμηθούν το σκοτάδι.

Στους δρόμους φυσάει μια ανήσυχη σκόνη.
Δεν είναι άμμος.
Είναι λέξεις που ειπώθηκαν με οργή,
υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν,
σιωπές βαρύτερες από κραυγές.

Κι όμως υπήρξαν πρωινά που ο ουρανός ήταν καθαρός.
Υπήρξαν στιγμές που ο μόνος ήχος ήταν το άνοιγμα ενός παραθύρου και το γέλιο ενός παιδιού στην αυλή.

Τότε η ειρήνη περπατούσε ανάμεσά μας,
ήσυχα, σχεδόν ταπεινά,
άφηνε ίχνη φωτός στο πάτωμα,
κάθονταν δίπλα στο ψωμί στο τραπέζι,
χαϊδευε τα μέτωπα των παιδιών την ώρα που ο κόσμος ήταν απλώς κόσμος κι όχι απειλή.

Κανείς δεν την κοίταζε στα μάτια.
Ήταν διάφανη από συνήθεια.
Όπως ο ουρανός που δεν θαυμάζεις μέχρι να τον καλύψει καπνός.

Ο άνθρωπος, παράξενος κηπουρός της ίδιας του της γης, 
ποτίζει αμέλεια ό,τι θεωρεί αθάνατο.
Και όταν τα φύλλα γίνουν στάχτη, ψάχνει νερό με γυμνά χέρια.

Τότε θυμάται.
Τότε γονατίζει μπροστά στη λέξη
που κάποτε του φαινόταν μικρή:

Ειρήνη.

Τη φωνάζει όπως φωνάζει ένα όνομα που δεν πρόλαβε να κρατήσει.
Την αναζητά όπως το φως που κάποτε θεωρούσε δεδομένο,
χωρίς ευγνωμοσύνη.

Κι εκείνη όχι θυμωμένη,
μόνο εύθραυστη στέκεται στην άκρη του χρόνου,
και περιμένει να την μάθουμε, 
όχι ως ανάγκη, αλλά ως θαύμα.

By Jo K. 
Share
© 2025 Jo's Writing Blog
Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε