Στην άκρη του φόβου

να ριζώσει σε βλέμματα που θυμούνται.
Ο φόβος περνά σαν σκιά απ’ τα χέρια,
μα αφήνει πίσω του τόπο για θαλπωρή.
Στα πρωινά που το φως μπαίνει σιγά,
τα όνειρα ξυπνούν ανάμεσα στις ανάσες.
Ένα τραπέζι στρωμένο για δύο,
ένα παράθυρο που κοιτάει τον ουρανό,
κι η καρδιά ανασαίνει την υπόσχεση ότι η αγάπη μαθαίνει να μένει.
ο φόβος χτυπά την πόρτα της καρδιάς.
Μα υπάρχει μια φωνή σιγανή που θυμίζει πως η αγάπη δεν καταρρέει.
Μαθαίνει να στέκεται,
να φιλτράρει τον φόβο,
να παίρνει τα σπασμένα κομμάτια και να τα μεταμορφώνει σε γέφυρες.
τώρα γίνονται εικόνες,
ένα χαμόγελο στον δρόμο,
ένα χέρι που βρίσκει το άλλο,
μια ανάσα που συναντάει ζεστασιά.
Και η καρδιά, αργά,
μαθαίνει να εμπιστεύεται τον ήχο της αγάπης που δεν φεύγει.
Στην άκρη του φόβου γεννιέται ξανά το μαζί, όχι σαν υπόσχεση,
μα σαν αλήθεια που αντέχει.
Σαν ήλιος που δεν καίει αλλά ζεσταίνει,
σαν σπίτι που ανοίγει πόρτες και αφήνει το φως να μπει.
ένα τραγούδι στον άνεμο, ένα δέντρο που φυτρώνει στο παλιό χώμα, μια στιγμή που κρατάς χωρίς να πιέζεις.
Η αγάπη, ώριμη πια,
μαθαίνει να υπάρχει χωρίς να φοβάται,
να αγαπά χωρίς όρους,
να χτίζει χωρίς να υπολογίζει ζημιές.
όλα όσα φαινόταν να χάθηκαν επιστρέφουν ήσυχα,
σαν φως που διεισδύει μέσα από τα τζάμια,
σαν ήχος που γεμίζει το σπίτι και φέρνει μαζί την ηρεμία και τη χαρά.
η αγάπη δεν είναι τέλεια,
μα ο φόβος δεν είναι τέλος.
Κάθε ανάσα, κάθε στιγμή, κάθε δισταγμός
γίνεται μέρος ενός μεγαλείου που ανθίζει,
κι εκεί, στην άκρη του φόβου,
η ζωή ανοίγεται πλήρης, γεμάτη φως,
ελπίδα και μαζί.